Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Μύθοι Εθνικοί

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Tου Νικολάιδη Βασίλη
Πολιτικού Επιστήμονα Α.Π.Θ. και Αρθρογράφου

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, χαμογελάει, κοντινό πλάνο και υπαίθριες δραστηριότητες

Οι εθνικές εορτές κι επέτειοι, πέρα από το ότι δίνουν την ευκαιρία για αναπτέρωση του εθνικού φρονήματος και της συνακόλουθης ομοψυχίας μεταξύ των Ελλήνων, αποτελούν κι ένα πεδίο δόξης λαμπρό για να παρουσιαστούν οι θέσεις περί εθνικών μύθων, οι οποίες διατυπώνονται από διάφορους επίδοξους αναθεωρητές της Ιστορίας. Αυτό φυσικά οδηγεί σε ατέρμονες αντιπαραθέσεις μεταξύ οπαδών και πολεμίων των παραπάνω αξιωμάτων, οι οποίες διαρκούν μια δυο μέρες και αναπτερώνονται την επόμενη εθνική ή θρησκευτική γιορτή. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να αναδείξει τα κυριότερα επιχειρήματα των οπαδών των ‘’εθνικών μύθων’’ και να καταδείξει το κατά πόσο ανταποκρίνονται ή όχι στα γεγονότα.

Η δημοφιλέστερη άποψη ανάμεσα στους αναθεωρητές είναι αυτή που παρουσιάζει την Ελληνική Επανάσταση σαν ταξική (ότι δηλαδή οι κατώτερες τάξεις εναντιώθηκαν στις ανώτερες) και όχι εθνική. Πάντα μου προκαλούσε έκπληξη η δημόσια διατύπωση μιας τέτοιας θέσης, μιας και είναι ιστορικά αδιαμφισβήτητο πως η Επανάσταση συντελέστηκε από ανθρώπους που δήλωναν Έλληνες και Χριστιανοί Ορθόδοξοι και οι οποίοι επικαλούνταν την πολιτισμική και θρησκευτική τους ταυτότητα. Για να ήταν ο αγώνας ταξικός, θα έπρεπε οι φτωχοί Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι κι Εβραίοι να εναντιωθούν στους πλούσιους Χριστιανούς, Μουσουλμάνους κι Εβραίους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για καθαρά οικονομικούς λόγους. Κάτι που δεν συνέβη, φυσικά. Ίσως βέβαια όλοι αυτοί να έχουν παραπλανηθεί από το γεγονός, πως κάποιες από τις αιτίες της Επανάστασης είχαν κι έναν οικονομικό χαρακτήρα (πχ ο κεφαλικός φόρος), ωστόσο αγνόησαν οτι ο Σουλτάνος προσέφερε γενναίες οικονομικές ελαφρύνσεις στους Έλληνες, χωρίς όμως να τους κάμψει (και αυτό επιβεβαιώνει τον εθνικό χαρακτήρα της Επανάστασης).

Ένα άλλο στοιχείο αυτής της θεωρίας που προκαλεί απορία, είναι το γεγονός πως παρουσιάζονται οι ανώτερες τάξεις σαν πολέμιες της Επανάστασης, όταν η ίδια η Επανάσταση εμπνεύστηκε και καθοδηγήθηκε ακριβώς από εμπόρους, αστούς και γενικότερα ανθρώπους από ισχυρές οικογένειες (Κολοκοτρόνης, Μαυρογένους, Υψηλάντης και βεβαίως, τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας).

Προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων, οι αναθεωρητές επικαλούνται τον Παναγιώτη Καρατζά, ο όποιος παρουσιάζεται σαν να είναι ταξικός αγωνιστής και να έχει δολοφονηθεί από προκρίτους για κοινωνικούς λόγους. Φυσικά, αν κοιτάξει κανείς στην βιογραφία του, θα δει πως τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Ο Καρατζάς υπήρξε ένας πραγματικός ήρωας και περιγράφεται σαν άνθρωπος, που από τα νεανικά του χρόνια δυσανασχετούσε με τον οθωμανικό ζυγό και μάλιστα, συνεχώς τσακωνόταν με συνομηλίκους του μουσουλμάνους. 

Όσο για τον θάνατό του; Σκοτώθηκε από τους άνδρες του Θάνου Κουμανιώτη, διότι ο τελευταίος λανθασμένα πίστευε πως είχε σκοτώσει τον αδερφό του. Το πλέον παράδοξο της υπόθεσης είναι, πως ο Καρατζάς θεωρούνταν από τους οπλαρχηγούς της Αχαΐας άνθρωπος των προκρίτων, πράγμα που προκαλούσε την αντιπάθειά τους προς το πρόσωπό του.
Άλλη μια δημοφιλής θέση μεταξύ των αναθεωρητών είναι το ότι θεωρούν πως η Εκκλησία εναντιώθηκε στην Επανάσταση, επικαλούμενοι τον αφορισμό του Αγώνα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’.

Ωστόσο, ο Πατριάρχης Γρηγόριος καταδίκασε την Επανάσταση καθαρά εικονικά, κατόπιν των απειλών του Σουλτάνου εναντίον των Ελλήνων της Πόλης. Το γεγονός αυτό αναφέρει και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο οποίος δηλώνει χαρακτηριστικά στον Θεόδωρο Κολοκοτρόνη: «ο μεν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρείτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βία και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του πατριάρχου».

 Άλλωστε, η Εκκλησία έδωσε χιλιάδες κληρικούς στον Αγώνα και τον στήριξε με κάθε υλικό και πνευματικό μέσο. Και γι’αυτό άλλωστε, ο Πατριάρχης Γρηγόριος αποκεφαλίστηκε από τον Σουλτάνο, γεγονός που οι υποστηρικτές της παραπάνω άποψης φαίνεται να αγνοούν.

Και φυσικά, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στην διαμάχη που ξεσπάει κάθε 25η Μαρτίου για την Αγία Λαύρα. Εδώ η αμφισβήτηση παρατηρείται σε δύο επίπεδα. Αφενός, στο ότι η δοξολογία στην Αγία Λαύρα δεν αποτέλεσε την πρώτη πράξη της Επανάστασης και ως εκ τούτου δεν πρέπει να την γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου. Αφετέρου, στο ενδεχόμενο να μην έλαβε χώρα το συγκεκριμένο γεγονός γενικότερα. Ως προς την πρώτη αξίωση, αυτό που πρέπει να ειπωθεί είναι, πως μια Επανάσταση δεν μπορεί να οριστεί ως ληξιαρχική πράξη για να υπάρχει ένα δεδομένο σημείο γέννησης. Για να υπάρξουν τέτοια δεδομένα, πρέπει να υπάρχει κρατική δομή και δίκαιο. Σε έναν πόλεμο μεταξύ δύο κρατών υπάρχουν αυτά τα δεδομένα, καθότι στο σημείο κήρυξης πολέμου, αλλάζει το νομικό καθεστώς των δύο χωρών και η ώρα της αλλαγής, αποτελεί και την ώρα έναρξης του πολέμου. 

Ωστόσο, η Επανάσταση συντελείται εντός των ορίων μιας διοικητικής και κρατικής δομής (είτε είναι αυτοκρατορία αυτή είτε είναι βασίλειο). Επομένως, η απαρχή της μπορεί να καθοριστεί μόνο μεταγενέστερα από τους Ιστορικούς και συνήθως επιλέγεται κάποιο συμβολικό συμβάν και όχι μια μάχη. Στην δικιά μας περίπτωση επιλέχθηκε η συγκεκριμένη δοξολογία. Όσον αφορά το αν όντως έγινε η παραπάνω δοξολογία, η πληθώρα των πηγών που την επιβεβαιώνουν (Le Constitutionnel του Παρισίου, στο φύλλο της 6ης Ιουνίου 1821, Times του Λονδίνου στις 11 Ιουνίου, Journalde Savoie, στο φύλλο της 15ης Ιουνίου 1821, ενώ λεπτομέρειες αναφέρονται από τον πρόξενο της Πάτρας Φρανσουά Πουκεβίλ και τον Αλέξανδρο Δεσποτόπουλο) καταδεικνύουν πως δεν γίνεται να υπάρξει αμφισβήτηση του γεγονότος αυτού.

Το λάθος των υποστηρικτών της Αναθεώρησης ανάγεται στο γενικότερο πλαίσιο σκέψεως τους, που τους επιβάλλει η ιδεολογία τους και το οποίο είναι στενότατο και τους οδηγεί σε ιστορικές ανακρίβειες. Η Ιστορία αποτελεί επιστήμη και σαν επιστήμη επιβάλλεται να επιδέχεται συνεχών μελετών κι αμφισβητήσεων, προκειμένου να φτάσουμε όσο πιο κοντά γίνεται στην αλήθεια. Παρόλα αυτά, για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα είναι απαραίτητο η κάθε πλευρά να αξιοποιεί ορθά τα εργαλεία που τις παρέχονται και να μην καθοδηγείται από ιδεοληψίες, που στόχο δεν έχουν την ανάδειξη της ιστορικής αλήθειας, αλλά ατομικών σκοπιμοτήτων. Με βάση τα παραπάνω, είναι λογικό να μην καταλήγει κάποιος στα επιθυμητά αποτελέσματα, όταν δεν επιτρέπει στην ιστορική έρευνα να τιθασεύσει τις θέσεις του, αλλά προσπαθεί να χειραγωγήσει a priori την έρευνα, προκειμένου να την υποτάξει στις απόψεις του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου